Την κοίταζε να λιώνει πάνω στην πίστα, να γίνεται ολοκαύτωμα, να αχνίζει μέσα
στην πυρά της φωνής της. Η φωνή της σαν νερό κυλούσε χωρίς σταματημό με μια ορμή άγνωστης άγριας πηγής. Τραγουδούσε μόνο για κείνον μπροστά σε δεκάδες άμοιρα αφτιά που δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν παρά μόνο την ποιότητα της κραυγής της.
Πριν ακόμα εκείνη τελειώσει το τραγούδι της, έφτυσε μια γερή στο πάτωμα, άφησε τα λεφτά για το ποτό στο τραπέζι και βγήκε στο δρόμο. Κοντοστάθηκε, άναψε τσιγάρο, κι έριξε μια ματιά στην πουτάνα που του χαμογελούσε από απέναντι. «Αυτό που χρειαζόμαστε όλοι μας είναι ένα γερό γαμήσι», σκέφτηκε. «Αντ’ αυτού άλλοι πίνουνε, άλλοι τραγουδάνε, κι άλλοι γαμιούνται και πληρώνονται από πάνω. Ναι η ζωή είναι σκατένια απλή».